Giorgos Papanikolaou


ΤΡΙΤΗ 23 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2018

Ο ρατσισμός δεν αντιμετωπίζεται μόνο με ένα νομοθέτημα

Δημοσίευμα στην εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος (26.05.2013)

Αν ο αντικαπνιστικός νόμος αρκούσε για την εξάλειψη του φαινομένου του καπνίσματος σε δημόσιο χώρο, σήμερα στη συντριπτική πλειοψηφία των καφετεριών δεν θα υπήρχαν σε κάθε τραπέζι αυτοσχέδια τασάκια. Το παράδειγμα αυτό βεβαίως δεν είναι ευθέως ανάλογο με εκείνο της εξάλειψης του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, κυρίως διότι η βαρύτητα των απειλούμενων με το καθένα συνεπειών είναι η μέρα με τη νύχτα. Ο αντικαπνιστικός νόμος, όμως, αποκαλύπτει τη φιλοσοφία πίσω από την νομοθετική πρωτοβουλία και για την καταπολέμηση του ρατσισμού, η οποία συμπυκνώνεται στο εξής σχήμα: «Υπάρχει ένα πρόβλημα; Ας νομοθετήσουμε για να λυθεί».

Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά ειδικά σε ζητήματα όπως ο ρατσισμός. Η ευρεία ποινικοποίηση εκδηλώσεων που είναι ή μπορεί να εκληφθούν ως ρατσιστικές, η οποία φτάνει ως αυτή καθ’ αυτή την ποινικοποίηση της έκφρασης, είναι κατ’ αρχήν αποδοχή αποτυχίας για τη Δημοκρατία μας. Δείχνει ότι τα σχολεία μας, οι δάσκαλοί μας, ο κρατικά παρεχόμενος ή επιδοτούμενος πολιτισμός μας έχουν αποτύχει. Θα λυθεί το πρόβλημα, αν –παρά την αποτυχία μας να παιδεύσουμε- θεσμοθετήσουμε την ποινικοποίηση της ρατσιστικής έκφρασης; Όχι. Το αποτέλεσμα θα είναι ένα νέο φιάσκο, του τύπου του αντικαπνιστικού νόμου.

Πρέπει να σημειωθεί ότι νομοθετικό πλαίσιο για την αποτροπή εγκλημάτων που έχουν ως κίνητρο την φυλετική ή εθνική καταγωγή του θύματος υπάρχει (ν. 927/1979) και με την προσθήκη στα κίνητρα της θρησκευτικής επιλογής, του σεξουαλικού προσανατολισμού και των λοιπών προβλέψεων της απόφασης -πλαισίου της Ε.Ε. θα είναι κατά τη γνώμη μου επαρκές. Το να φτάσει ο νόμος να απαγορεύει την έκφραση είναι μάλλον επιτυχία του ρατσιστικού στρατοπέδου, αν υποτεθεί ότι υπάρχει τέτοιο στην ελληνική κοινωνία, και όχι της δημοκρατικά συντεταγμένης πολιτείας.

Πέραν τούτου, σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπάρχει ένα ισχυρό και δεσμευτικό νομοθετικό και πολιτικό πλαίσιο. Τόσο η Συνθήκη για την Ε.Ε. όσο και το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο (κανονισμοί, οδηγίες κτλ) το οποίο η χώρα ενσωματώνει στο εσωτερικό της δίκαιο προσφέρουν ένα επαρκές νομοθετικό πλαίσιο κατά του ρατσισμού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η οδηγία 2010/13/ΕΕ για τα οπτικοακουστικά μέσα την οποία η χώρα μας ενσωμάτωσε με το ΠΔ 109/2010. Στο άρθρο 6 της οδηγίας αναφέρεται: «Οι πάροχοι υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων οφείλουν να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα, ώστε οι παρεχόμενες από αυτούς υπηρεσίες να μην προκαλούν μίσος λόγω φυλής, φύλου, θρησκείας, πεποιθήσεων, εθνικότητας, αναπηρίας, ηλικίας και σεξουαλικού προσανατολισμού».

Στην ίδια κατεύθυνση, μια σειρά από ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβούλιο με πλέον πρόσφατο στις 14 Μαρτίου 2013 που αποσκοπούσε στην ενίσχυση του αγώνα κατά του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και των εγκλημάτων μίσους δημιουργούν έναν σαφή οδικό χάρτη, μια «πεπατημένη» την οποία η χώρα μας ούτως ή άλλως καλείται να ακολουθεί και να εφαρμόζει.